κατέφαγε


κατέφαγε
см. κατ—εσθίω

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "κατέφαγε" в других словарях:

  • κατέφαγε — κατεσθίω eat up aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέφαγ' — κατέφαγε , κατεσθίω eat up aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ζήλος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν γιος του Πάλλαντα και κόρης του Ωκεανού, αδελφός της Νίκης, του Κράτους και της Βίας. Ήταν προσωποποίηση της φιλεργίας. Μαζί με τους αδελφούς του, καθόταν πάντα κοντά στον Δία. * * * (I) ο (AM ζῆλος, ὁ και ζῆλος, τό, Α… …   Dictionary of Greek

  • κατάβρωση — η (AM κατάβρωσις) [καταβιβρώσκω] η καταβρόχθιση («καταβρώσει κατέφαγε τὸ ἀργύριον ἡμῶν», ΠΔ) …   Dictionary of Greek

  • προσδανείζω — ΜΑ δανείζω κάποιον επί πλέον («ἀλλὰ καὶ ἕτερα προσδανεισάμενος κατέφαγε», Μηναί.) …   Dictionary of Greek